Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
life-limiting
01
περιοριστικός της ζωής, θανατηφόρος
relating to an incurable chronic illness or a medical condition that will eventually lead to patient's death
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο



























