Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Hemorrhoids
01
αιμορροΐδες
swollen and painful veins in the lower part of the anus and rectum
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
plural
not gender specific
πληθυντικός τύπος
hemorrhoids
LanGeek



























