Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to lock down
01
αποκλείω, κλειδώνω
to restrict access to a place or area, usually for security or safety reasons
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
down
βασικό ρήμα
lock
ενεστώτας
lock down
γ΄ ενικό πρόσωπο
locks down
ενεστώτα μετοχή
locking down
απλός αόριστος
locked down
παθητική μετοχή
locked down
Παραδείγματα
The school had to lock down during the threat.
Το σχολείο έπρεπε να κλειδώσει κατά τη διάρκεια της απειλής.



























