Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to warn off
01
αποτρέπω, προειδοποιώ
to try to talk someone out of something or to advise against it
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
warn
ενεστώτας
warn off
γ΄ ενικό πρόσωπο
warns off
ενεστώτα μετοχή
warning off
απλός αόριστος
warned off
παθητική μετοχή
warned off



























