Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Mentorship
01
χειραφέτηση, καθοδήγηση
the guidance, help, or advice given by a mentor, particularly in a company or educational institution
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mentorships
02
χειραφέτηση
*** a period of time during which somebody receives advice and help from a mentor



























