mentee
men
mɛn
men
tee
ˈti:
ti
mantamonteminty

Ορισμός και σημασία του "mentee"στα αγγλικά

01

μαθητευόμενος, πρωτοετής

someone who is advised or trained under the supervision of a mentor 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
mentees

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store