mentee
Pronunciation
/mˈɛntiː/

Ορισμός και σημασία του "mentee"στα αγγλικά

01

μαθητευόμενος, πρωτοετής

someone who is advised or trained under the supervision of a mentor
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
mentees
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store