have to
Pronunciation
/hæv ˈtu/
have got to

Ορισμός και σημασία του "have to"στα αγγλικά

have to
01

πρέπει, έχω να

used to indicate an obligation or to emphasize the necessity of something happening
Transitive
have to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have to
γ΄ ενικό πρόσωπο
has to
ενεστώτα μετοχή
having to
απλός αόριστος
had to
παθητική μετοχή
had to
Παραδείγματα
He has to pick up his kids from school at 3 PM.
Πρέπει να πάρει τα παιδιά του από το σχολείο στις 3 μ.μ.
02

πρέπει, οφείλω

to be certain about something happening or being true in a given situation
Παραδείγματα
There has to be a logical explanation for the missing documents.
Πρέπει να υπάρχει μια λογική εξήγηση για τα έγγραφα που λείπουν.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store