have to
have
hæv
hāv
to
tu
too
have got to

Ορισμός και σημασία του "have to"στα αγγλικά

have to
01

πρέπει, έχω να

used to indicate an obligation or to emphasize the necessity of something happening 
Transitive
have to definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have to
γ΄ ενικό πρόσωπο
has to
ενεστώτα μετοχή
having to
απλός αόριστος
had to
παθητική μετοχή
had to
Παραδείγματα
I have to finish this report by the end of the day. 

Πρέπει να ολοκληρώσω αυτή την αναφορά μέχρι το τέλος της ημέρας.

02

πρέπει, οφείλω

to be certain about something happening or being true in a given situation 
Παραδείγματα
There has to be a reason for the sudden change in behavior. 

Πρέπει να υπάρχει λόγος για την ξαφνική αλλαγή στη συμπεριφορά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store