Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take against
[phrase form: take]
01
αρχίζω να αντιπαθώ, αρχίζω να μισώ
to start to dislike someone or something
Dialect
British
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take against
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes against
ενεστώτα μετοχή
taking against
απλός αόριστος
took against
παθητική μετοχή
taken against
Παραδείγματα
She began to take against the new manager after he criticized her work.
Άρχισε να αντιπαθεί τον νέο μάνατζερ αφού αυτός επέκρινε τη δουλειά της.



























