Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to take against
01
αρχίζω να αντιπαθώ, αρχίζω να μισώ
to start to dislike someone or something
Dialect
British
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take against
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes against
ενεστώτα μετοχή
taking against
απλός αόριστος
took against
παθητική μετοχή
taken against
Παραδείγματα
I don't know why, but she seemed to take against me from the moment we met.
Δεν ξέρω γιατί, αλλά φαινόταν να έχει πάρει κόντρα εμένα από τη στιγμή που συναντηθήκαμε.



























