to take against
take
ˈteɪk
teik
a
ə
ē
gainst
gɛnst
genst

Ορισμός και σημασία του "take against"στα αγγλικά

to take against
01

αρχίζω να αντιπαθώ, αρχίζω να μισώ

to start to dislike someone or something 
Dialectbritish flagBritish
Transitive
to take against definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
against
βασικό ρήμα
take
ενεστώτας
take against
γ΄ ενικό πρόσωπο
takes against
ενεστώτα μετοχή
taking against
απλός αόριστος
took against
παθητική μετοχή
taken against
Παραδείγματα
I don't know why, but she seemed to take against me from the moment we met. 

Δεν ξέρω γιατί, αλλά φαινόταν να έχει πάρει κόντρα εμένα από τη στιγμή που συναντηθήκαμε.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store