to have against
have
hæv
hāv
a
ə
ē
gainst
ˈgenst
genst
have got against

Ορισμός και σημασία του "have against"στα αγγλικά

to have against
01

έχω εναντίον, κρατάω κακία

to hold a negative opinion or feeling about someone or something, typically based on past experiences or personal preferences 
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
χωριστό
μόριο
against
βασικό ρήμα
have
ενεστώτας
have against
γ΄ ενικό πρόσωπο
has against
ενεστώτα μετοχή
having against
απλός αόριστος
had against
παθητική μετοχή
had against
Παραδείγματα
I don't have anything against her; I just don't know her well. 

Δεν έχω τίποτα εναντίον της· απλώς δεν την ξέρω καλά.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store