Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to grow on
[phrase form: grow]
01
μεγαλώνω σε, αρέσει όλο και περισσότερο
to gradually like someone or something more and more
Transitive
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
μεγαλώνω σε, αρέσει όλο και περισσότερο