Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Faddiness
01
ιδιοτροπία, δυσκολία
the fact of having or showing unreasonable tendency or preference toward some things and not others, particularly food
Dialect
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
faddiness
faddy
fad



























