Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to remit to
01
αποστέλλω σε, αναφέρω σε
(usually passive) to send a matter to someone of an authority so that it can be dealt with
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
to
βασικό ρήμα
remit
ενεστώτας
remit to
γ΄ ενικό πρόσωπο
remits to
ενεστώτα μετοχή
remitting to
απλός αόριστος
remitted to
παθητική μετοχή
remitted to



























