Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to go before
01
υποβάλλεται σε, παρουσιάζεται σε
to be formally presented for discussion or judgment by a person or authority
Transitive: to go before a person or organization in authority
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
before
βασικό ρήμα
go
ενεστώτας
go before
γ΄ ενικό πρόσωπο
goes before
ενεστώτα μετοχή
going before
απλός αόριστος
went before
παθητική μετοχή
gone before
Παραδείγματα
The application I sent will go before the admissions office for review next week.
Η αίτηση που έστειλα θα περάσει μπροστά από το γραφείο εισαγωγών για κριτική την επόμενη εβδομάδα.
02
προηγούμαι, υπάρχω πριν
to exist or occur in an earlier period of time
Transitive: to go before an event or era
Παραδείγματα
The ancient civilization had advanced technologies that went before our modern inventions.
Ο αρχαίος πολιτισμός διέθετε προηγμένες τεχνολογίες που προηγήθηκαν των σύγχρονων εφευρέσεων μας.



























