Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to check through
01
ελέγχω προσεκτικά, εξετάζω λεπτομερώς
to carefully inspect or examine something, especially one that consists of different parts
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
through
βασικό ρήμα
check
ενεστώτας
check through
γ΄ ενικό πρόσωπο
checks through
ενεστώτα μετοχή
checking through
απλός αόριστος
checked through
παθητική μετοχή
checked through



























