Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Underpinning
01
θεμέλιο, βάση
a set of opinions, motives, or ideas that serve as a foundation of an argument, claim, etc.
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
underpinnings
Λεξικό Δέντρο
underpinning
pinning
pin



























