Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to score off
01
ξεπεράσω κάποιον σε ευστροφία, προσπαθώ να αποδείξω ότι είμαι πιο έξυπνος από κάποιον
to try to prove that one is more clever than someone else by making witty remarks
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
off
βασικό ρήμα
score
ενεστώτας
score off
γ΄ ενικό πρόσωπο
scores off
ενεστώτα μετοχή
scoring off
απλός αόριστος
scored off
παθητική μετοχή
scored off



























