Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to stake out
01
παρακολουθώ, παρατηρώ
to watch a building continuously, usually by police or reporters, to see who goes in or out
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
stake
ενεστώτας
stake out
γ΄ ενικό πρόσωπο
stakes out
ενεστώτα μετοχή
staking out
απλός αόριστος
staked out
παθητική μετοχή
staked out
Παραδείγματα
The journalist planned to stake the politician's residence out to find out who was entering or leaving.
Ο δημοσιογράφος σχεδίαζε να παρακολουθήσει την κατοικία του πολιτικού για να μάθει ποιος μπαίνει ή βγαίνει.
02
οριοθετώ, δηλώνω κατηγορηματικά
to clearly state one's opinions in order to distinguish between one's ideas and other's
Transitive
Παραδείγματα
During the meeting, he made sure to stake out his position on the matter, emphasizing his unique perspective.
Κατά τη διάρκεια της συνάντησης, φρόντισε να οριοθετήσει τη θέση του στο θέμα, τονίζοντας τη μοναδική του προοπτική.



























