Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to bring together
01
ενώνω, προσεγγίζω
to assist individuals in solving disagreements and becoming closer
Transitive: to bring together a group of people
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
together
βασικό ρήμα
bring
ενεστώτας
bring together
γ΄ ενικό πρόσωπο
brings together
ενεστώτα μετοχή
bringing together
απλός αόριστος
brought together
παθητική μετοχή
brought together
Παραδείγματα
His speech aimed to bring the community together for a common cause.
Η ομιλία του είχε ως στόχο να φέρει κοντά την κοινότητα για έναν κοινό σκοπό.



























