to argue into
Pronunciation
/ˈɑːɹɡjuː ˌɪntʊ/

Ορισμός και σημασία του "argue into"στα αγγλικά

to argue into
01

πείθω, προτρέπω

‌to persuade someone to do something by providing them with reasons
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
argue
ενεστώτας
argue into
γ΄ ενικό πρόσωπο
argues into
ενεστώτα μετοχή
arguing into
απλός αόριστος
argued into
παθητική μετοχή
argued into
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store