Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to argue into
01
πείθω, προτρέπω
to persuade someone to do something by providing them with reasons
Transitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
into
βασικό ρήμα
argue
ενεστώτας
argue into
γ΄ ενικό πρόσωπο
argues into
ενεστώτα μετοχή
arguing into
απλός αόριστος
argued into
παθητική μετοχή
argued into



























