to fight out
fight
faɪt
fait
out
aʊt
awt

Ορισμός και σημασία του "fight out"στα αγγλικά

to fight out
01

πολεμήστε μέχρι το τέλος, επιλύστε μέσω της πάλης

to fight until a result is achieved or an agreement is reached 
to fight out definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fight
ενεστώτας
fight out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fights out
ενεστώτα μετοχή
fighting out
απλός αόριστος
fought out
παθητική μετοχή
fought out
Παραδείγματα
The two nations decided to fight out their differences through diplomatic negotiations. 

Οι δύο έθνη αποφάσισαν να διευθετήσουν τις διαφορές τους μέσω διπλωματικών διαπραγματεύσεων.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store