Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to fight out
[phrase form: fight]
01
πολεμήστε μέχρι το τέλος, επιλύστε μέσω της πάλης
to fight until a result is achieved or an agreement is reached
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
χωριστό
μόριο
out
βασικό ρήμα
fight
ενεστώτας
fight out
γ΄ ενικό πρόσωπο
fights out
ενεστώτα μετοχή
fighting out
απλός αόριστος
fought out
παθητική μετοχή
fought out
Παραδείγματα
It 's essential for couples to communicate openly and avoid fighting out every disagreement.
Είναι απαραίτητο για τα ζευγάρια να επικοινωνούν ανοιχτά και να αποφεύγουν να καταπολεμούν κάθε διαφωνία.



























