feuding
Pronunciation
/ˈfjudɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "feuding"στα αγγλικά

01

έριδα, σύγκρουση

sharp disagreements between people that last for a long time
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
feudings

Λεξικό Δέντρο

feuding
feud
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store