Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to side with
01
παίρνω το μέρος, υποστηρίζω
to support a person or group against someone else in a fight or argument
Transitive: to side with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
side
ενεστώτας
side with
γ΄ ενικό πρόσωπο
sides with
ενεστώτα μετοχή
siding with
απλός αόριστος
sided with
παθητική μετοχή
sided with
Παραδείγματα
He sided with the critics, expressing doubts about the new policy.
Τook το μέρος των κριτικών, εκφράζοντας αμφιβολίες για τη νέα πολιτική.



























