Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to side with
[phrase form: side]
01
παίρνω το μέρος, υποστηρίζω
to support a person or group against someone else in a fight or argument
Transitive: to side with sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
with
βασικό ρήμα
side
ενεστώτας
side with
γ΄ ενικό πρόσωπο
sides with
ενεστώτα μετοχή
siding with
απλός αόριστος
sided with
παθητική μετοχή
sided with
Παραδείγματα
The public tended to side with the underprivileged in the social justice debate.
Το κοινό τείνει να ταχθεί με τους μειονεκτούντες στη συζήτηση για την κοινωνική δικαιοσύνη.



























