Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
in sync with
01
σε συγχρονισμό με, σε αρμονία με
in perfect alignment or harmony with something
Παραδείγματα
Her goals were in sync with her values and aspirations.
Οι στόχοι της ήταν σε αρμονία με τις αξίες και τις φιλοδοξίες της.



























