Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Waitstaff
01
σερβιτόροι, προσωπικό εξυπηρέτησης
the group of people who wait on tables in a restaurant or bar, such as waiters and waitresses
Dialect
American
waiting staff
British
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Λεξικό Δέντρο
waitstaff
wait
staff



























