cassoulet
ca
ˈkæ
και
ssou
soʊ
σου
let
lət
λατ
/kˈæsə‍ʊlət/

Ορισμός και σημασία του "cassoulet"στα αγγλικά

01

κασουλέ

a stew of meat and beans, originated in France
cassoulet definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
cassoulets
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store