biscotti
bis
ˈbɪs
μπισ
co
κο
tti
ti
τι
/baɪskˈɒti/

Ορισμός και σημασία του "biscotti"στα αγγλικά

01

μπισκότι, ιταλικά μπισκότα με αμύγδαλα

a twice-baked biscuit that contains almonds, originally from Italy
biscotti definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
biscotti
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store