Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Methi
01
μέθι, τριγωνέλλα
(Indian English) the scented seeds of a plant of the pea family that are used as a spice, especially in Asian cuisine
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο



























