white flour
Pronunciation
/wˈaɪt flˈaɪʊɹ/

Ορισμός και σημασία του "white flour"στα αγγλικά

01

λευκό αλεύρι, λευκό αλεύρι σιταριού

finely ground wheat flour that is bleached and sifted, widely used for cooking and baking
white flour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store