white flour
white
waɪt
vait
flour
flaʊə
flawe

Ορισμός και σημασία του "white flour"στα αγγλικά

01

λευκό αλεύρι, λευκό αλεύρι σιταριού

finely ground wheat flour that is bleached and sifted, widely used for cooking and baking 
white flour definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
white flours
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store