bread roll
bread
brɛd
bred
roll
rəʊl
rewl

Ορισμός και σημασία του "bread roll"στα αγγλικά

01

ψωμάκι, στρογγυλό ψωμί

a round loaf of bread made for one person 
bread roll definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
bread rolls
Παραδείγματα
She savored the warm, freshly baked bread roll with a smear of butter melting into it. 

Απολάμβανε το ζεστό, φρεσκοψημένο ψωμάκι με μια μικρή ποσότητα βουτύρου να λιώνει πάνω του.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store