viewership
Pronunciation
/ˈvjuɝˌʃɪp/

Ορισμός και σημασία του "viewership"στα αγγλικά

01

ακροαματικότητα, αριθμός θεατών

the kind or number of audience who watch a specific television program or network
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The network celebrated record-breaking viewership for its live coverage of the awards ceremony.
Το δίκτυο γιόρτασε ρεκόρ τηλεθέασης για την ζωντανή κάλυψη της τελετής βράβευσης.

Λεξικό Δέντρο

viewership
viewer
view
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store