open line
o
ˈoʊ
ου
pen
pən
παν
line
laɪn
λαιν
/ˈəʊpən lˈaɪn/

Ορισμός και σημασία του "open line"στα αγγλικά

01

ανοιχτή γραμμή, διαδραστικό πρόγραμμα

connected with a type of program in which the viewers can take part by a phone call
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
01

ανοιχτή γραμμή, ανοιχτή επικοινωνία

a phone communication in which conversations can be heard or recorded by others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open lines
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store