Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
open line
01
ανοιχτή γραμμή, διαδραστικό πρόγραμμα
connected with a type of program in which the viewers can take part by a phone call
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Open line
01
ανοιχτή γραμμή, ανοιχτή επικοινωνία
a phone communication in which conversations can be heard or recorded by others
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
open lines



























