public access
pub
ˈpʌb
pab
lic
lɪk
lik
ac
æk
āk
cess
sɛs
ses

Ορισμός και σημασία του "public access"στα αγγλικά

01

δημόσια πρόσβαση, δημόσια μετάδοση

a right given to people to broadcast their own programs on television or radio channels 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The local cable station offers public access for anyone who wants to create their own show. 

Ο τοπικός σταθμός καλωδιακής τηλεόρασης προσφέρει δημόσια πρόσβαση σε όποιον θέλει να δημιουργήσει τη δική του εκπομπή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store