Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Joint account
01
κοινός λογαριασμός
a bank account that has two or more owners
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
joint accounts
LanGeek



























