joint account
joint
ˈʤɔɪnt
τζοϊντ
a
ə
α
ccount
kaʊnt
καουντ

Ορισμός και σημασία του "joint account"στα αγγλικά

01

κοινός λογαριασμός

a bank account that has two or more owners 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
joint accounts

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store