Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Beatbox
01
ντραμ μηχανή, μπιτμποξ
an electronic piece of equipment that imitates drum sounds adding a backbeat to songs
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
beatboxes
Παραδείγματα
The street performer's beatbox skills drew a crowd.
Οι δεξιότητες beatbox του καλλιτέχνη του δρόμου τράβηξαν ένα πλήθος.
02
beatbox, φωνητικό κουτί ρυθμού
music that is created using sounds made with the human voice
Παραδείγματα
The performer amazed the crowd with his beatbox, mimicking drums and synths.
Ο ερμηνευτής άφησε έκπληκτο το πλήθος με το beatbox του, μιμούμενος ντραμς και συνθεσάιζερ.
03
boombox, φορητός μουσικός αναπαραγωγέας
a radio, CD player, etc. that is carried around in order to play loud music, especially rap
Λεξικό Δέντρο
beatbox
beat
box



























