Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Didgeridoo
01
ντιτζερίντο, αυστραλιακό πνευστό όργανο
an Australian wind instrument consisting of a large bamboo or wooden tube that is played by blowing while using circular breathing technique
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
didgeridoos



























