bouzouki
bou
bu:
μπου
zou
ˈzu:
ζου
ki
ki
κι

Ορισμός και σημασία του "bouzouki"στα αγγλικά

01

μπουζούκι, έλληνο έγχορδο μουσικό όργανο με μακρύ λαιμό και στρογγυλό σώμα

a stringed musical instrument of Greek origin with a long neck and round body 
bouzouki definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
bouzoukis

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store