Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Balafon
01
μπαλαφόν
a large xylophone that is used in Western African music and uses hollow gourds as resonators
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
balafons
LanGeek



























