Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dramatic monologue
01
δραματικό μονόλογο, δραματική αυτοαπαγγελία
a poem in the narrative or speech form, in which the speaker's character is revealed while describing a situation or a series of events
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dramatic monologues



























