Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
01
HD, υψηλή ευκρίνεια
a system that provides clear and high-quality pictures on television or computer screens
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
HDs
LanGeek



























