Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Director's chair
01
πτυσσόμενη καρέκλα σκηνοθέτη, καρέκλα σκηνοθέτη
a light folding chair that is made of wood, with sides on which arms can be rested and a seat and back made of cloth, usually used by directors on set
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο και πολύπλοκο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
director's chairs
LanGeek



























