Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Wardrobe master
01
μαέστρος γκαρνταρόμπας, υπεύθυνος κοστουμιών
a man whose job is to manage the costumes of the actors in a theatrical performance or company
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
πληθυντικός τύπος
wardrobe masters
αρσενικό ενικό
wardrobe master
θηλυκό ενικό
wardrobe mistress
neutral form
wardrobe manager
LanGeek



























