Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Fade-out
01
εξασθένιση, σταδιακή εξαφάνιση
a moviemaking or broadcasting technique in which the sound and image is made to disappear gradually
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
fade-outs



























