love interest
Pronunciation
/lˈʌv ˈɪntɹəst/

Ορισμός και σημασία του "love interest"στα αγγλικά

01

ερωτικό ενδιαφέρον, ρομαντικό ενδιαφέρον

a person who is romantically or emotionally involved with another person, often a central character in a story or narrative
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
love interests
Παραδείγματα
In the play, the love interest added emotional depth to the protagonist's journey.
Στο έργο, το ερωτικό ενδιαφέρον πρόσθεσε συναισθηματικό βάθος στο ταξίδι του πρωταγωνιστή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store