mother earth
mo
ˈmʌ
μα
ther
ðə
δα
earth
ɜ:θ
ερθ

Ορισμός και σημασία του "Mother Earth"στα αγγλικά

01

Μητέρα Γη, Γη Μητέρα

the Earth as source of all life 
Mother Earth definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
θηλυκό ενικό
Mother Earth
neutral form
Earth

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store