Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Rolling stone
01
νομάς, αλήτης
a person who follows an unsettled way of life with no permanent job or home
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rolling stones



























