rolling stone
Pronunciation
/ɹˈoʊlɪŋ stˈoʊn/

Ορισμός και σημασία του "rolling stone"στα αγγλικά

01

νομάς, αλήτης

a person who follows an unsettled way of life with no permanent job or home
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
rolling stones
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store