Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn into
01
μετατρέπομαι σε, γίνομαι
to change and become something else
Linking Verb: to turn into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn into
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns into
ενεστώτα μετοχή
turning into
απλός αόριστος
turned into
παθητική μετοχή
turned into
Παραδείγματα
The caterpillar turned into a beautiful butterfly.
Η κάμπια μεταμορφώθηκε σε μια όμορφη πεταλούδα.
02
μετατρέπω σε, μεταμορφώνω σε
to make something change and become something else
Ditransitive: to turn into sth into sth
Παραδείγματα
His encouraging words turned her sadness into happiness.
Τα ενθαρρυντικά του λόγια μετέτρεψαν τη θλίψη της σε ευτυχία.



























