Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to turn into
[phrase form: turn]
01
μετατρέπομαι σε, γίνομαι
to change and become something else
Linking Verb: to turn into sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
into
βασικό ρήμα
turn
ενεστώτας
turn into
γ΄ ενικό πρόσωπο
turns into
ενεστώτα μετοχή
turning into
απλός αόριστος
turned into
παθητική μετοχή
turned into
Παραδείγματα
The small village has started to turn into a bustling town.
Το μικρό χωριό έχει αρχίσει να μετατρέπεται σε μια πολυσύχναστη πόλη.
02
μετατρέπω σε, μεταμορφώνω σε
to make something change and become something else
Ditransitive: to turn into sth into sth
Παραδείγματα
They turned the abandoned building into a vibrant community center.
Μεταμόρφωσαν το εγκαταλειμμένο κτίριο σε ένα ζωντανό κέντρο κοινότητας.



























